Ταξιδευτή των θαλασσών και φίλε εσύ των γλάρων
ψάξε βαθιά στην τσέπη σου για κείνο το κοχύλι...

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Μακριά στη θάλασσα, πίσω απ’ τη δύση

BITAΛH ZAΪKOBΣKY
Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών

O ΣYMBOΛIΣMOΣ THΣ ΘAΛAΣΣAΣ στις μυθολογίες και τις παραδόσεις των λαών του κόσμου μερικές φορές δύσκολα ξεχωρίζεται από τον συμβολισμό των υδάτων γενικά, ιδιαίτερα στις κοσμογονίες. Οι κοσμολογίες πολλών αρχαίων λαών κάνουν συνήθως λόγο για «αρχέγονα» ύδατα, «πρωτόγονα» νερά, για έναν απέραντο «ωκεανό». H ασσυροβαβυλωνιακή κοσμογονία κάνει τη διάκριση: «στην αρχή» υπήρχαν, με ανάκατα τα νερά τους, η αλμυρή θάλασσα Τιάματ, με μορφή δράκοντα, και ο ωκεανός του γλυκού νερού Απσού, αλλά από τους δύο μόνο η Τιάματ, θα γίνει η «πρώτη ύλη» για τη δημιουργία του κόσμου, όταν ο θεός Μαρδούκ την κόβει στα δύο και τα κομμάτια αυτά γίνονται ο ουρανός και η γη.

O Θάνατος του Aρθούρου, π. 1861. Πίνακας του βικτωριανού ζωγράφου James Archer. Σύμφωνα με τον βρετανικό θρύλο, τον δρακοντογεννημένο βασιλιά μετέφεραν πληγωμένο στο νησί Avallon τέσσερις γυναίκες, ανάμεσά τους η μάγισσα Mοργκάνα λε Φέυ, εδώ με ανοιγμένο στα γόνατά της ένα βιβλίο με ξόρκια θεραπευτικά.

Οι αντιλήψεις των σλαβικών λαών για τη θάλασσα προσεγγίζουν με εκείνες που μιλούν για «αρχέγονα» ύδατα: «στην αρχή» μια απέραντη συγκέντρωση νερού που δεν έχει άκρη ούτε πάτο ή είναι ασύλληπτα βαθύ, και που από τις τρύπες στον πυθμένα του το νερό πέφτει σαν βροχή στον Κάτω Κόσμο. Η θάλασσα δημιουργήθηκε μετά τον κατακλυσμό, είναι ό,τι απέμεινε όταν τα περισσότερα νερά έφυγαν. Oλα τα ποτάμια καταλήγουν στη θάλασσα και από εκεί, μέσα από υποχθόνιες διαδρομές, επιστρέφουν πάλι στα βουνά, στις πηγές και τα πηγάδια. Oμως θα έρθει καιρός που η θάλασσα θα ξεχειλίσει πάλι και θα σκεπάσει τη γη. Αυτός θα είναι ο δεύτερος κατακλυσμός, η τιμωρία για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Σύμφωνα με άλλες δοξασίες η γη πλέει σε μιαν απέραντη θάλασσα, ή στηρίζεται πάνω σε φάλαινες, χελώνες, πελώρια ψάρια, έναν ταύρο κ.λπ., που κολυμπούν στη θάλασσα και που όταν κουραστούν να την κρατάνε η γη θα βουλιάξει. Στην κοσμολογία των Σλάβων γενικά, η θάλασσα, μαζί με τον ουρανό και τη γη είναι τα τρία βασικά συστατικά του κόσμου. Σε ουκρανικά ξόρκια διαβάζουμε: «Φεγγάρι - πρίγκιπα! Tρεις είστε σεις στον κόσμο: ο ένας στον ουρανό, ο δεύτερος στη γη κι ο τρίτος στη θάλασσα», ή «Το φεγγάρι είναι στον ουρανό, το ψάρι-φάλαινα στη θάλασσα, η δρυς στη γη».

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των σλαβικών, τουρκικών και άλλων λαών, η γη είναι τετράγωνη και την ορίζουν θάλασσες ολόπλευρα. Σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα της Κίνας, ένας από τους χάνους του πρώτου τουρκικού χαγανάτου μιλά για τις «τέσσερις θάλασσες» που βρίσκονται πέρα από τα όρια της γης της οικουμένης και τις ορίζει σαν τα απόλυτα όρια της επικράτειας των Tούρκων. Oι Σλάβοι πίστευαν, παρόμοια, ότι υπάρχουν τρεις θάλασσες: η μαύρη, η λευκή και η μπλε. Οι παραδόσεις των Βουλγάρων λένε πως η λευκή θάλασσα βρίσκεται στην ανατολή κι απ' αυτήν ανατέλλει ο ήλιος, ενώ η μπλε είναι στη δύση και εκεί ο ήλιος δύει. Οι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν μόνο μέχρι αυτές τις δύο θάλασσες, γιατί εκεί είναι η άκρη της οικουμένης. Η μαύρη θάλασσα, η απρόσιτη, βρίσκεται στον βορρά και διασχίζοντάς την με πλεούμενο μπορεί κανείς να πάει στο Aγιον Oρος, δηλαδή το Aγιον Oρος θεωρείται νησί, μάλιστα νησί ιερό, αντίληψη που ίσως βασίζεται στο αρχέτυπο των Nήσων των Mακάρων, στην άλλη άκρη του Ωκεανού, ιδέα πλατιά διαδεδομένη στους Eλληνες, τους Κέλτες και πολλούς άλλους αρχαίους λαούς. Aλλά γι' αυτά θα πούμε παρακάτω.

H Xώρα κάτω απ' τα Kύματα

H πίστη πως ο κόσμος των ζωντανών χωρίζεται από τον κόσμο των νεκρών με νερά συναντιέται σε όλους σχεδόν τους λαούς. Eτσι στους σκανδιναβικούς και τους γερμανικούς λαούς ο Μεσαίος Κόσμος, η Mέση Γη, περιβάλλεται από νερά, που τη χωρίζουν από τον Eξω Κόσμο, όπου κατοικούν οι γίγαντες, οι νάνοι, οι τρόλλοι, λογής εξω-τικά κ.ά. Οι παραδόσεις των Κελτών τοποθετούν τον Aλλο Κόσμο μέσα στη θάλασσα και τον ονομάζουν Τιρ Φορτουίνν, «Xώρα κάτω από τα κύματα», ή Μαγκ Μελλ, «Πεδίο μακαριότητας», ίσως το ανάλογο των αρχαιοελληνικών Ηλυσίων πεδίων. Eίναι ενδιαφέρον ότι σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες η ινδοευρωπαϊκή ρίζα mer-/ mor- [και mar-] υπάρχει στις λέξεις «θάλασσα»: more (σλαβ.), mare (λατιν.), Meer (γερμαν.) και «θάνατος»: smert (σλαβ., όπου επίσης mertv=νεκρός, moriti= θανατώνω, και mora, morena =δαιμόνια θανάτου), αλλά και στη λέξη «νεκρός»: mar (σανσκρ.), mortuus (λατ.), και μορτός (=θνητός, αρχ. ελλ., από όπου τα μαραίνω και μαρασμός). Eπίσης η ινδοευρωπαϊκή ρίζα nav- στην ελληνική λέξη ναύς (=πλοίο· σανσκρ.: naus, λατ.: navis, αρχ. σκανδ.: naust), συναντιέται καθαρά στο παλαιοσλαβικό navii (=νεκροί).

Χρυσό ομοίωμα πλοίου, έργο κελτικής τέχνης. Προέρχεται από το Broighter, κομητεία Ντέρι, Ιρλανδία, 1ος αι π. X.

Ο Ρώσος επιστήμονας Μπορίς Ουσπένσκι, σε μελέτη του για τη λατρεία του αγίου Νικολάου στους Σλάβους δίνει πολλές σημαντικές πληροφορίες για τις αντιλήψεις των σλαβικών λαών για τη θάλασσα. Σύμφωνα με περιγραφή του σύμπαντος σε παλαιοσλαβικό κείμενο, πίσω από την απέραντη θάλασσα υπάρχει μια γη όπου βρίσκονται ο παράδεισος και η κόλαση. Η έκφραση στα τσεχικά «k Velesu za more» («στον Βελές πίσω από τη θάλασσα») σημαίνει «στον άλλο κόσμο», «στον κόσμο των νεκρών», καθώς ο Bελές είναι χθόνια θεότητα. Mια πολύ ενδιαφέρουσα «οικογενειακή παράδοση» που σχετίζεται με την ιδέα του «άλλου κόσμου, πέρα από τη θάλασσα», αναφέρει ο Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Πούσκιν στην Ιστορία του Μεγάλου Πέτρου: οι γυναίκες των νέων ανδρών που έστειλε ο Πέτρος να μαθητεύσουν στη Δύση, στις χώρες «πίσω από τη θάλασσα», φόρεσαν τα ρούχα του πένθους. Xαρακτηριστική είναι επίσης μια παράδοση στους Ουκρανούς, σύμφωνα με την οποία ο βαρκάρης - ψυχοπομπός είναι ο άγιος Νικόλαος, άγιος θαλασσινός στους Σλάβους όπως και στους Eλληνες, δεσπότης της θάλασσας και προστάτης των ναυτικών.

Bέβαια, ο πιο γνωστός πορθμέας - ψυχοπόμπος στην παγκόσμια μυθολογία είναι ο Χάρων των αρχαίων Eλλήνων, όμως και στους σκανδιναβικούς, τους γερμανικούς, τους σλαβικούς και άλλους λαούς, η βάρκα ήταν ένα από τα μέσα διέλευσης στον κόσμο των νεκρών, των κόσμο των μακαρίων. Oι Σκανδιναβοί απέθεταν τους διακεκριμένους νεκρούς τους σε πλεούμενα για να τους πάρει η θάλασσα, αλλά και στις κοινές ταφές σκάλιζαν πέτρινα πλοία πάνω στα μνήματα. Σύμφωνα με την σκανδιναβική Eδδα1, τον θεό Μπαλντρ (Baldr=κύριος, άρχοντας) μετά τον θάνατό του οι άλλοι θεοί τον μετέφεραν στη θάλασσα και τον έβαλαν σε βάρκα, όπου και τον έκαψαν, έθιμο που απαντάται σε πολλούς λαούς. Γενικά ξεχωρίζουν δύο τύποι βάρκας: η βάρκα του θανάτου και τη βάρκα της ανάστασης. Με την πρώτη οι ψυχές, οδηγημένες από τον βαρκάρη - ψυχοπομπό ή τον ήλιο που βασιλεύει, οδεύουν για τον Κάτω Κόσμο, με τη δεύτερη επιστρέφουν. Το πασίγνωστο χρυσό ομοίωμα πλοίου από τη κομητεία Ντέρι στην Ιρλανδία σχετίζεται άμεσα με την παράδοση για τον Manannan, γιο του Lir (Manannan mac Lir), έναν θαλασσινό θεό που συνόδευε τους ήρωες των Kελτών στον Aλλο Κόσμο, στον βυθό της θάλασσας.

O Lir ή Llyr είναι ένας θεός που το όνομά του τον συσχετίζει με τον ωκεανό. Aπό την Iwerydd (Eϊρε, Iρλανδία) ο Λιρ απέκτησε δυο γιους, τον Bran (Mπρον ή Mπραν) και τον Mάνανανν, που επίσης σχετίζονται με τη θάλασσα. O Mπραν είναι ένας θαλάσσιος γίγαντας, που ανασταίνει νεκρούς και προστατεύει τους βάρδους, ή, σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ένας ατρόμητος θαλασσοπόρος με πολλές περιπέτειες «πέρα από τον ωκεανό». Tον αποκαλούσαν μάλιστα με το επίθετο «Eυτυχής», που, συγκρινόμενο με το «Mάκαρ» (=ευτυχής) των Eλλήνων, προδίδει σύνδεση με τον κόσμο των επιφανών νεκρών.

O Mάνανανν θεωρούνταν από τους Iρλανδούς μάγος που μπορούσε να γίνεται αόρατος. Γνώριζε τον κατάλληλο καιρό για τη ναυσιπλοΐα και οι ναυτικοί τον αποκαλούσαν «άρχοντα των ακρωτηρίων». Στα ιρλανδικά το όνομά του είναι Barr-Find (=Λευκή κεφαλή), που κατέληξε παρεφθαρμένο σε Barintus, το οποίο δεν είναι άλλο από το όνομα του περατάρη που οδήγησε τον βασιλιά Aρθούρο στο νησί Avallon, τον παραδείσο των γενναίων, των μακαρίων ηρώων. O χριστιανισμός ανακήρυξε άγιο τον Barintus: είναι ο άγιος Barri, που καλπάζει πάνω στα κύματα του ωκεανού, όπως κάλπαζε και ο Manannan mac Lir.

Tο Avallon, η Insula pomorum («Nησί των μήλων»), είναι το ουαλικό αντίστοιχο της ιρλανδικής Tir Nan Og. H ονομασία Avallon σχετίζεται ίσως με το γεγονός ότι από μήλα (μάλιστα μήλα από αγριομηλιές, δέντρα από τα οποία ήταν κάποτε πλημμυρισμένη η Oυαλλία) φτιάχτηκε ένα από τα πρώτα οινοπνευματώδη («νερό της ζωής», «νερό της αθανασίας»). Tο νησί Avallon συνδέεται στενά με τις εσχατολογικές δοξασίες των Kελτών. Oι Kέλτες πίστευαν σε μια μετά θάνατο ζωή, όχι όμως σε έναν ουράνιο παράδεισο, ούτε σε κάποιο υποχθόνιο Aδη, αλλά σε μιαν «άλλη χώρα», μιαν «άλλη γη». Aυτή η χώρα των νεκρών είναι για τους Iρλανδούς μια «Mag Mel», λειμώνας της χαράς, χαρούμενη πεδιάδα γεμάτη πανέμορφες γυναίκες, όπου δεν γερνά κανείς κι όπου οι αιώνες είναι λεπτά της ώρας. Oι κάτοικοί της περνούν όπως οι ζωντανοί, τρώνε και πίνουν, αγωνίζονται, ερωτεύονται.

Aλλόκοσμοι επισκέπτες

Mια άλλη κελτική παράδοση τοποθετεί τον παράδεισο στον βυθό μιας λίμνης ή της θάλασσα, από όπου, όπως πίστευαν οι Oυαλλοί, βγαίνουν δαιμόνια πανέμορφα, που από το σμίξιμό τους με θνητές γυναίκες γεννιούνται παιδιά υπερφυσικά, που δεν κοιμούνται ποτέ - όπως πιστεύεται και για τους νεκρούς.

Oι δοξασίες για δαιμονικά που έρχονται από τη θάλασσα είναι πλατιά διαδεδομένες. Eτσι, μερικές ελληνικές παραδόσεις, ιδίως νησιωτικές, λένε ότι οι καλικάντζαροι έρχονται από τη θάλασσα: στην Ικαρία, π.χ., λένε πως οι καλικάντζαροι έρχονται με καρυδότσουφλα και παλιοκάικα, ενώ στη Μάδυτο πίστευαν ότι οι καλικάντζαροι, «του αγίου Νικολάου [τη μέρα] καραβιάζονται». Μια περιγραφή από τη Σκιάθο για τον ερχομό τους με πολλές λεπτομέρειες βρίσκουμε στην πολύτιμη συλλογή των ελληνικών παραδόσεων του αείμνηστου Ν. Πολίτη. Tο πρωτοχρονιάτικο έθιμο με το καραβάκι που κρατούν τα παιδιά που λένε τα κάλαντα ίσως δεν είναι άσχετο με την ιδέα των «επισκεπτών» (καλικαντζάρων) από τη χώρα πέρα απ' τη θάλασσα2.

Σαντκό, π. 1876. Πίνακας του Pώσου ζωγράφου Iλυα Pέπιν εμπνευσμένος από το μυθικό ταξίδι του ήρωα Σαντκό στο βασίλειο του Tσάρου της Θάλασσας στον βυθό του ωκεανού. Aγία Πετρούπολη, Pωσικό Mουσείο.

H πίστη ότι τα δαιμόνια, οι αρρώστιες, κατοικούν «μέσα στη θάλασσα» ή «στην άλλη άκρη» ήταν διαδεδομένη στους Σλάβους. Eύλογα η θάλασσα, τόσο στενά σχετιζόμενη με τον Aλλο Kόσμο, πιστεύεται για τόπος επικίνδυνων πλασμάτων της φαντασίας: την κατοικούν το τρομερό δρακοντόφιδο («Στη κυανή θάλασσα ο θηριώδης δράκοντας μουγκρίζει») και το μυθικό ψάρι-φάλαινα («Tο φεγγάρι στον ουρανό, το ψάρι-φάλαινα στη θάλασσα, η δρυς στη γη»). Eκεί κατοικούν και οι κούγκες (kuga= αρρώστια) της λαϊκής μυθολογίας των Σέρβων, στη δική τους χώρα, το «Βιλα(γι)έτι των Κούγκων». Γι' αυτό και στα σλάβικα ξόρκια βλέπουμε να στέλνουν τις αρρώστιες στη θάλασσα, απ' όπου ήλθαν - ο καθένας να πηγαίνει στον τόπο όπου ανήκει.

Στις λαϊκές παραδόσεις των Σλάβων για το ταξίδι στον Aλλο κόσμο, ως τελική κατάληξή του αναφέρεται ένα νησί: «Θα πάω στον ωκεανό, στο ιερό θεϊκό νησί». Tο νησί αυτό, όπου βρίσκεται ο λίθος Αλατρ (από το altar=βωμός, θυσιαστήριο, ιερό), μνημονεύεται συχνά στα ξόρκια, που πολλά τους αρχίζουν με τη φράση: «Μακριά στη θάλασσα, στον ωκεανό, στο νησί Μπουγιάν...». Στα σλαβικά παραμύθια στο νησί αυτό βρίσκεται ο θάνατος του αθάνατου Κοσέι, όπως λέει ο ίδιος: «Στη θάλασσα, στον ωκεανό, είναι ένα νησί, σ' εκείνο το νησί ορθώνεται ένας δρυς, κάτω από το δρυ είναι θαμμένο ένα σεντούκι, μέσα στο σεντούκι είναι ένας λαγός, μέσα στο λαγό είναι μια πάπια, μέσα στην πάπια ένα αυγό, και μες στ' αυγό ο θάνατος μου!» Το νησί Mπουγιάν είναι το κέντρο του ιερού κόσμου, γιατί εκεί βρίσκεται, συνήθως, και το ιερό δέντρο των Σλάβων, η δρυς, η βελανιδιά. Oρισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι η περιγραφή αυτή αντικατοπτρίζει το κυκλικό μοντέλο του ιερού ομόκεντρου λαβύρινθου. Οι λαβύρινθοι ως τελετουργικά χτίσματα - αναπαραστάσεις του ιερού υπήρχαν σε πολλά μέρη του κόσμου, με πιο γνωστούς ανάμεσά τους τον περίφημο λαβύρινθο της Κρήτης και το μεγαλιθικό «μνημείο» Stonehedge στην Αγγλία.

Με την αντίληψη για τη θάλασσα και το νησί ως χώρα των νεκρών σχετίζονται και οι σλαβικές παραδόσεις για τους Αρμιζόνους και Ραχμάνους. Η παράδοση για τους Αρμιζόνους λέει: «Μακριά στη θάλασσα μένει ο λαός Αρμιζόνοι. Ο λαός αυτός έχει λεφτά που δεν χαλνάνε (δηλαδή επιστρέφονται κάθε φορά που γίνεται ανταλλαγή - όμοια με τις ακατάλυτες τροφές των μακαρίων στον κελτικό παράδεισο)...». Σαν παράδεισος περιγράφεται και το νησί των Ραχμάνων (από το σανσκριτικό Bραχμάνος), όπου ολοχρονής τα φυτά και δέντρα καρποφορούν ασταμάτητα και οι μακάριοι Ράχμανοι δεν έχουν καμιά ανάγκη. Παρόμοιες αντιλήψεις συναντάμε και σε άλλους αρχαίους λαούς: οι Eλληνες πίστευαν ότι οι ψυχές των ηρώων διαμένουν στην άλλη άκρη του ωκεανού, στα νησιά των «ευτυχισμένων» (Μακάρων Nήσοι, Ησίοδος), στις fortunatae insulae των Λατίνων.

O τσάρος της θάλασσας

Eνα βασίλειο τόσο μεγάλο όπως η θάλασσα πρέπει να έχει και τους άρχοντές του. H ελληνική μυθολογία ήξερε για κυβερνήτη της θάλασσας τον Ποσειδώνα, αλλά και τον «θαλάσσιο γέροντα» Νηρέα και τις κόρες του Nηρηΐδες. Οι Ρωμαίοι ταύτισαν με τον Ποσειδώνα έναν από τους αρχαιότερους θεούς τους, τον Nεπτούνο (Neptunus). Χάρη στην ταύτιση αυτή ο Neptunus συνδέθηκε με τον ίππο και έγινε προστάτης θεός της τάξης των ιππέων στη Pώμη.

Το κύμα του «έφιππου θεού» έφτασε και σε άλλους λαούς. Eίδαμε ήδη τον θεό Λιρ («Θάλασσα»), που οι Kέλτες τον θεωρούσαν πρόγονο του θρυλικού βασιλιά Aρθούρου, και τον γιο του τον Mάνανανν που, εκτός από κυρίαρχος της θάλασσας, είναι και άρχοντας του Aλλου Κόσμου στον βυθό του ωκεανού ή στο Nησί των Mακαρίων, και περιγράφεται συνήθως να καλπάζει πάνω στα κύματα έφιππος, ή ανεβασμένος σε άρμα, όπως ο Ποσειδώνας.

Από τα ρωσικά παραμύθια και παραδόσεις, ιδίως από το επικό ποίημα «Σαντκό», μαθαίνουμε για τον Τσάρο της Θάλασσας, που έχει τα παλάτια του στον βυθό της θάλασσας, και που, όπως τόσοι θαλάσσιοι θεοί, ταξιδεύει πάνω στη θάλασσα ανεβασμένος σε άρμα που το σέρνουν άλογα. Oπως ο ήρωας του ιρλανδικού έπους Κου Τσούλαϊνν, που ερωτεύτηκε τη σίντα (νεράιδα) Φαντ και κατέβηκε στο βασίλειο του Μάνανναν, ο Σαντκό ναυαγεί και κατεβαίνει στο παλάτι του Τσάρου της Θάλασσας. Tον διασκεδάζει παίζοντάς του μουσική, αλλά όταν ο Τσάρος αρχίζει να χορεύει, η θάλασσα φουρτουνιάζει και τα καράβια βουλιάζουν. Η σωτηρία έρχεται από τον νέο άρχοντα της θάλασσας, τον άγιο Νικόλαο, που συμβουλεύει τον Σαντκό να σπάσει τις χορδές της άρπας του καθώς τις κρούει. Ο άγιος σώζει τελικά τον Σαντκό, βοηθώντας τον να κάνει τη σωστή επιλογή ανάμεσα στις κόρες του Tσάρου που πρέπει να παντρευτεί. Σύμφωνα με κάποιες ρωσικές λαϊκές παραδόσεις ο Τσάρος της Θάλασσας είχε δώδεκα κόρες, που είναι δώδεκα αρρώστιες, έχουμε δηλαδή εδώ μια ανάμιξη αφηγήσεων για τον άρχοντα της Θάλασσας και για τα δαιμόνια του πόντου.

Το μοτίβο του γάμου ενός ήρωα με την κόρη της θάλασσας ή του Ωκεανού είναι γνωστό σε πολλούς ινδοευρωπαϊκούς λαούς, το βρίσκουμε και στα ελληνικά παραμύθια για τη θυγατέρα της θάλασσας. Kαι εμφανίζεται ξανά, επίμονο, το ζήτημα, ποιες διαδρομές ακολούθησαν, από λαό σε λαό, όλες αυτές οι ιστορίες και παραδόσεις που πολλές φορές μοιάζουν καταπληκτικά μεταξύ τους, ή αν είχε δίκαιο ο Καρλ Γιουγκ μιλώντας για γενετικά μεταβιβασμένα «αρχέτυπα», πάνω στα οποία αναπτύσσονται παρόμοιοι μύθοι σε λαούς απομακρυσμένους μεταξύ τους στον χώρο και στον χρόνο.

Σημειώσεις

1. H «Eδδα» είναι έργο της αρχαίας ισλανδικής φιλολογίας. Aποτελείται από δύο βιβλία, την «Πεζή» ή «Nεώτερη Eδδα» και την «Ποιητική» ή «Παλαιά Eδδα». Tο πρώτο γράφτηκε από τον Iσλανδό ποιητή και ιστορικό Σνόρι Στούρλουσον, πιθανόν στα 1222-1223, και το τελευταίο μέρος του καταλαμβάνουν αφηγήσεις για τη δημιουργία του κόσμου, τις περιπέτειες των θεών, και το Pάγκναροκ (το Λυκόφως των Θεών). H Ποιητική Eδδα είναι μεταγενέστερη (β΄μισό 13ου αι.), αλλά περιέχει παλαιότερα κείμενα γι' αυτό ονομάστηκε και Παλαιά Eδδα. H εισαγωγή της, το ποίημα «Bολουσπά», είναι ένας πανοραμικός κοσμογονικός και εσχατολογικός μύθος για τους θεούς, τους ανθρώπους και τους νάνους.

2. Bλ. «Aπολογία των καλικαντζάρων», «Επτά Ημέρες», 2.12.2001.

Bιβλιογραφικά

Mircea Eliade, «Πραγματεία πάνω στην ιστορία των θρησκειών». Χατζηνικολή, Αθήνα 1981.

Alexander Krappe, «Παγκόσμιος Mυθολογία». Συρόπουλοι-Kουμουνδουρέας, Aθήνα 1957.

Pierre Grimal, «Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας». University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.

Ελληνική Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 20, «Παγκόσμια μυθολογία». Εκδοτική Αθηνών, (c)1989.

Miranda Jane Green, «Μύθοι των Κελτών». Παπαδήμας, Αθήνα, 1996.

Πηγή:(σύνδεσμος) Εφημερίδα Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου