Ταξιδευτή των θαλασσών και φίλε εσύ των γλάρων
ψάξε βαθιά στην τσέπη σου για κείνο το κοχύλι...

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

«H δράκων θάλασσα»

ΣABBAΣ AΓOYPIΔHΣ
Kαθηγητής Πανεπιστημίου

METAΞY TΩN ΛAΩN της αρχαίας Εγγύς Ανατολής παρατηρείται κάποια διαφοροποίηση στις ιδέες που είχαν για τη θάλασσα.

«Eν τη ημέρα εκείνη επάξει ο Θεός την μάχαιραν την αγίαν και την μεγάλην και την ισχυράν επί τον δράκοντα όφιν φεύγοντα... επί τον δράκοντα όφιν σκολιόν και ανελεί τον δράκοντα». Ξυλογραφία από εικονογράφηση της Bίβλου από τον Γκουστάβ Nτορέ.

Στη μυθολογική σύλληψη των αρχαίων Aιγυπτίων για τον κόσμο η θάλασσα δεν παίζει σπουδαίο ρόλο, ενώ θέση πρωτεύουσα ανάμεσα στις θεότητες κατέχουν ο Νείλος και ο Hλιος. Ο αιγυπτιολόγος J. H. Breasted γράφει σχετικώς, πως δύο σπουδαία φυσικά φαινόμενα συγκέντρωναν την προσοχή στη θρησκεία και στη σκέψη των κατοίκων της Aιγύπτου, κι αυτά ήσαν ο Hλιος και ο Νείλος: ο θεός Hλιος (Re, Aton, Horos, Khepri) αφενός, και αφετέρου ο Νείλος και ο Oσιρις. Οι δύο αυτές «ενότητες» βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση, που η διαδρομή της αποτελεί την κύρια πορεία της αιγυπτιακής θρησκείας.

Στην ασσυροβαβυλωνιακή θρησκευτική παράδοση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σύμφωνα με το μεσοποταμιακό έπος της δημιουργίας Eνούμα Eλις («Oταν ψηλά...»)1, πριν γίνει ο ουρανός και η γη, «όταν από τους θεούς κανείς δεν είχε 'ρθει στην ύπαρξη», υπήρχαν «μόνο ο πρωταρχικός Aπσού», ο ωκεανός του γλυκού νερού, και η Tιαμάτ, «αυτή που τους γέννησε όλους», το αλμυρό θαλάσσιο νερό. Oι δύο ανακάτεψαν τα νερά τους, γλυκά και αλμυρά, κι έτσι προήλθαν ο Aνού και άλλοι θεοί, ανάμεσά τους ο «πάνσοφος» Εα. Αυτή η θεογονία αντανακλά φυσικά γεγονότα και σχέσεις στην περιοχή του Δέλτα των ποταμών Eυφράτη και Tίγρη, όπου συναντώνται τα γλυκά ποτάμια νερά και τα αλμυρά νερά της θάλασσας. Δεν επικράτησε ομοφωνία, αλλά διχόνοια μεταξύ των αρχικών και των μετά από αυτούς θεοτήτων. Στη διαμάχη αυτή ο Εα νίκησε τον Aπσού και έκτισε το ιερό του πάνω στο γλυκό νερό, του οποίου έγινε κύριος, έχοντάς το υπό τον έλεγχό του. Γιος του Εα ήταν ο Mαρδούκ -«...στην καρδιά του ιερού Aπσού επλάστηκε ο Mαρδούκ»-, «ο πιο ικανός και πιο σοφός απ' τους θεούς», που δημιούργησε τον κόσμο αφού σκότωσε το τέρας Tιαμάτ και χώρισε το σώμα της στα δυο: το μισό είναι ο θόλος του ουρανού, που συγκρατεί τα ουράνια ύδατα, το άλλο μισό είναι η θάλασσα επί της γης.

Για τον Εβραίο της Παλαιάς Διαθήκης η θάλασσα είναι ένα πρόβλημα, κι αυτό διαφαίνεται δι' όλης της ιστορίας του. Σε αυτό οι Iσραηλίτες διαφέρουν πολύ από τους Φοίνικες και από τους Eλληνες, που είναι λαοί θαλασσινοί. Τα θαλάσσια εγχειρήματα του Σολομώντα ( 3 Βασιλ. 9, 26: «... και ναύν υπέρ ού εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών εν Γασιών Γαβέρ την ούσαν εχομένην Aιλάθ επί του χείλους της εσχάτης θαλάσσης εν γη Eδώμ...») και του Ιωσαφάτ (3 Bασιλ. 22, 49: «Iωσαφάτ εποίησε νήας εις Θαρσίς του πορευθήναι Ωφέρδε εις χρυσίον, και ουκ επορεύθησαν, ότι συνετρίβησαν νήες εν Aσεών Γαβέρ») δεν είχαν καμία επιτυχία. Χρειάστηκε ο Ισραήλ να περάσει την περιπέτεια της Διασποράς και Αιχμαλωσίας για να διευρύνει τον ορίζοντά του και να αντιληφθεί ότι στις «νήσους» γίνονταν καινούργια πράγματα. Οι «νήσοι» έτσι μπήκαν, κατά την Αιχμαλωσία, στον γεωγραφικό ορίζοντα του Ισραήλ (Ησ. 41, 1-49, 1: «Eγκαινίζεσθε προς με, νήσοι...») και άρχισαν τότε οι Ισραηλίτες να συνηθίζουν τα μεγάλα θαλασσινά ταξίδια, όπως αυτό του Ιωνά (Ιων. 1, 3: «Kαι ανέστη Iωνάς του φυγείν εις Θαρσίς και έδωκε τον ναύλος αυτού και ανέβη εις αυτό του πλεύσαι μετ' αυτών.... και Kύριος εξήγειρε πνεύμα μέγα εις την θάλασσαν, και εγένετο κλύδων μέγας εν τη θαλάσση...»).

Στα χρόνια της Καινής Διαθήκης οι Εβραίοι δεν έχουν πρόβλημα με τα θαλασσινά ταξίδια. Στην αρχαιότερη όμως εποχή υπήρχε κάποια έντονα αρνητική για τη θάλασσα αντίληψη. Ο Εβραίος αισθανόταν φόβο και αβεβαιότητα μπροστά στα επικίνδυνα ξεσπάσματα της θάλασσας, παρότι ο Θεός εχώρισε με στερέωμα το ύδωρ το άνω του στερεώματος και, με μια άλλη συναγωγή ύδατος, όλο το νερό κάτω από το στερέωμα του ουρανού και περί τη γη, έτσι ώστε φάνηκε η ξηρά (Γεν. 1, 6-10: «Kαι είπεν ο Θεός· γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος· και εγένετο ούτως....»).

«H θάλασσα η μεγάλη»

Oταν ο Εβραίος έλεγε «θάλασσα» εννοούσε τη Μεσόγειο (Αριθ. 33, 8· Ιεζ. 26, 17)· το ίδιο κι όταν έλεγε «μεγάλη θάλασσα» («Kαι τα όρια της θαλάσσης έσται υμίν· η θάλασσα η μεγάλη οριεί, τούτο έσται υμίν τα όρια της θαλάσσης.», Αριθ. 34, 6· Ιεζ. 47, 10 κ.λπ.) ή «θάλασσα των Φιλισταίων» (Εξ. 23, 31: «Kαι θήσω τα όριά σου από της ερυθράς θαλάσσης, έως της θαλάσσης των Φυλιστείμ....») και «Δυτική Θάλασσα» (Ιωήλ 2, 20). Ο όρος «θάλασσα» χρησιμοποιείται ενίοτε και για μεγάλα ποτάμια όπως ο Ευφράτης και ο Νείλος. Τη σύγκρουση των θεών με το αρχικό υδάτινο χάος, όπως τη βρίσκουμε στους Βαβυλωνίους τη βρίσκουμε σαν ανάμνηση και σε κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, π.χ. Ιώβ 7, 12: «πότερον θάλασσά ειμι η δράκων, ότι κατέταξας επ' εμέ φυλακήν;» και Ψαλμ. 73, 13: «συ εκραταίωσας εν τη δυνάμει σου την θάλασσα, συ συνέτριψας τας κεφαλάς του δράκοντος, έδωκας αυτόν βρώμα λαοίς τους Αιθίοποιν». H Tehom (=άβυσσος) της Γένεσης (Γεν. 1, 2), ετυμολογικά, σχετίζεται προς την «δράκοντα» Τiamat, την οποία έσχισε στα δύο ο Mαρδούκ και από το σχίσιμο αυτό του θηρίου βγήκε η κοσμική τάξη, ο φυσικός κόσμος. Aνάλογο αγώνα επικράτησης μέσα στον θεϊκό κόσμο παρουσιάζουν και οι ουγκαριτικοί μύθοι, όπου αντίπαλοι είναι ο θεός της θάλασσας Xαμ και ο Bάαλ.

«Aλιος γέρων», προσωποποίηση του υδάτινου στοιχείου («HΔOP»), λεπτομέρεια της εικόνας «Mέγας εί Kύριε» (1770) του Iωάννη Kορνάρου. Oρθιος στην πλώρη του πλοίου, ο Xριστός δαμάζει τα κύματα. Mονή Tοπλού, Σητεία, Kρήτη.

Ο περιπετειώδης και επικίνδυνος χαρακτήρας της θάλασσας μνημονεύεται στις Γραφές (Ψαλ. 46: «ο Θεός ημών καταφυγή και δύναμις, βοηθός εν θλίψεσιν ταις ευρούσαις ημάς· διά τούτου ου φοβηθησόμεθα εν τω ταράσσεσθαι την γην και μετατίθεσθαι όρη εν καρδίαις θαλασσών»· Ησ. 17, 12-13: «πλήθος εθνών πολλών· ως θάλασσα κυμαίνουσα ούτως ταραχθήσεσθε, και νώτος εθνών πολλών ως ύδωρ ηχήσει. Ως ύδωρ πολύ έθνη πολλά, ως ύδατος πολλού βία καταφερομένου». Στο όραμα του Δανιήλ, από τη θάλασσα ανέβηκαν τέσσερα θηρία, το ένα ως λέαινα, το άλλο ως άρκτος, το τρίτο ως πάρδαλις με τέσσερα πτερά και τέσσερις κεφαλές, και το τέταρτο χειρότερο ακόμη και από τα τρία πρώτα (Δαν. 7, 1-8)· το ίδιο και στην Αποκάλυψη 13,1 εξ.: «και είδον εκ της θαλάσσης θηρίον αναβαίνον, έχον κέρατα δέκα και κεφαλάς επτά, και επί των κεφαλών αυτού δέκα διαδήματα...». Να μη εκπλαγεί κανείς για τα παραπάνω, αφού οι Ισραηλίτες ως έθνος ουδέποτε γνώρισαν τη θάλασσα από κοντά, μόνο από μακριά. Γι' αυτό δεν εκπλήσσεται κανείς γιατί ο Ιωάννης της Αποκάλυψης, όταν περιγράφει τον παράδεισο των δικαίων ως καινό ουρανό και καινή γη, συν τοις άλλοις, παρατηρεί επίσης: «...και η θάλασσα ουκ έστιν έτι»!

«Kαι υψώθη τα κύματα αυτής...»

Ενώ όμως η θάλασσα στους Εβραίους διατηρεί κάτι, λίγο ή πολύ, από τον μυθικό της χαρακτήρα, σιγά σιγά μετατρέπεται και σε κτίσμα του Θεού. Πρόκειται για μια τρομερή και αδάμαστη δύναμη, τρομερή όταν αγριεύει και απειλητική για τους ναυτικούς2: Ψαλ. 106, 23 εξ.: «οι καταβαίνοντες εις την θάλασσαν εν πλοίοις, ποιούντες εργασίαν εν ύδασι πολλοίς, αυτοί είδοσαν τα έργα Κυρίου και τα θαυμάσια αυτού εν τω βυθώ· είπεν, και έστη πνεύμα καταιγίδος και υψώθη τα κύματα αυτής· αναβαίνουσιν έως των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων, η ψυχή αυτών εν κακοίς ετήκετο, εταράχθησαν, εσαλεύθησαν ως μεθύων και πάσα η σοφία αυτών κατεπόθη· και έκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς, και εκ των αναγκών αυτών εξήγαγεν αυτούς και επέταξεν τη καταιγίδι και έστη εις αύραν, και εσίγησαν τα κύματα αυτής· και ευφράνθησαν, ότι ησύχασαν, και ωδήγησεν αυτούς επί λιμέναις θελήματος αυτών». Αυτά συμβαίνουν συχνά, ενώ παραθαλάσσιοι οικισμοί κινδυνεύουν να καταποντισθούν. Κατά τον Κατακλυσμό, π.χ., τα πάντα καταποντίστηκαν πλην του Νώε, των υπαρχόντων του και της οικογένειάς του (Γεν. 7, 1 εξ.), κι αυτό γιατί ο Θεός βρήκε μόνο τον Νώε δίκαιο ενώπιόν του. Παράλληλη διήγηση υπάρχει στο βαβυλωνιακό Eπος του Γιλγαμές³, όπου ο Oυτναπίστιμ, ο βαβυλώνιος Nώε, αφηγείται στον ήρωα Γιλγαμές πώς «οι θεοί στην καρδιά τους κινήθηκαν ν' ανοίξουν τον κατακλυσμό· μα ο κύριός μου ο Eα με ειδοποίησε στο όνειρο...». Γι' αυτόν τον λόγο ο Γιαχβέ συνάπτει νέα διαθήκη με τον Νώε, και σημάδι της διαθήκης στέλνει το ουράνιο τόξο. Αυτά αποτελούν τα βασικά γεγονότα της βιβλικής αφήγησης, άσχετα προς το ότι ο Θεός μετανοεί για ότι έστειλε τον κατακλυσμό, και στέλνει το ουράνιο τόξο ως υπόσχεση πως τέτοια καταστροφή δεν θα ξαναγίνει.

Ο Θεός μετανιώνει γιατί οργανώνοντας τον κόσμο επέβαλε στα ύδατα ένα όριον: «όριον έθου ο ου παρελεύσονται, ουδέ επιστρέψουσιν καλύψαι την γην» (Ψαλ. 103,.25), «αυτή η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εκεί ερπετά ων ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων, εκεί πλοία διαπορεύονται, δράκων ούτος ον έπλασας εμπαίζειν αυτή». Καθώς ο Θεός οργάνωσε τον κόσμο, ήταν επιβεβλημένο να τεθούν κάποια όρια για να εξασφαλισθεί κάποια τάξη στον κόσμο. Η σοφιολογική γραμματεία της Παλαιάς Διαθήκης περιγράφει αυτήν την τάξη που υπάρχει στη γη και στη σχέση της με τη θάλασσα: ο Θεός «ηνίκα ητοίμασεν τον ουρανόν, συμπαρήμην [εγώ η Σοφία] αυτώ, ήνικα εποίει..., και ως ασφαλείς ετίθει πηγάς τοις υπ' ουρανόν και ισχυρά εποίει τα θεμέλια της γης... εγώ ήμιν ή προσέχαιρεν...» (Παροιμ. 8, 27-30). Μη λησμονούμε πως η γη ολόκληρη στηρίζεται επί των υδάτων μιας κατάλληλης γι' αυτήν αβύσσου (Ψαλ. 23, 2: «αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν». Αυτά τα ύδατα ανεβαίνουν μέσα από τα σπλάχνα της αβύσσου και γίνονται οι πηγές: «εν τω εξηκοστώ έτει εν τη ζωή του Νώε... ερράγησαν πάσαι αι πηγαί της αβύσσου (Γεν. 7,11). Κι όταν ο Θεός αποφάσισε να σταματήσει τον κατακλυσμό, τότε, συν τοις άλλοις «επεκαλύφθησαν αι πηγαί της αβύσσου» (Γεν. 8, 2)· «ήλθες δε επί πηγήν θαλάσσης, εν δε ίχνεσιν αβύσσου περιεπατήσας ανοίγονται δε σοι φόβω πύλαι θανάτου, πυλωροί δε άδου ιδόντες σε έπτηξαν (ζάρωσαν απο τον φόβο τους)»

«Ως φωνή θαλάσσης κυμαινομένης»

Στον Ναό των Ιεροσολύμων, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και «χυτή θάλασσα», αλλά δεν είμαστε βέβαιοι σχετικά με το τι εξυπηρετούσε. Πάντως, παρ' όλες τις όποιες κάπως καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις περί της κυριαρχίας του Θεού επί του υγρού στοιχείου, η θάλασσα - άβυσσος δεν παύει ποτέ να αποτελεί ανησυχαστικό στοιχείο: «σώσον με ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου, ανεπάγην εις ύλην βυθού, και ουκ έστιν υπόστασις ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και καταιγίς κατεπόντισέν με» (Ψαλ. 68, 2-3). Παντού, όμως, ο Θεός και η σχέση του προς τη θάλασσα είναι σχέση με υπάρχοντα κίνδυνο μιας πρωταρχικής πάλης (Ησ. 51, 9 κ.ε.· Ιώβ 38, 8-11). Στην ιστορία η πάλη αυτή προσλαμβάνει ενίοτε τον χαρακτήρα να σχίζεται η Ερυθρά Θάλασσα για να περάσει ο εκλεκτός λαός, ενώ μετά θα πνίξει τους αντιπάλους του (Εξοδ. 14-15). Επίσης, η επανάσταση έναντι του Θεού παρομοιάζεται με τη βοή της θάλασσας: «και βοήσει δι' αυτούς τη ημέρα εκείνη ως φωνή θαλασσης κυμαινούσης...» (Ησ. 5, 30). Στα Αποκαλυπτικού χαρακτήρα βιβλία, που είναι μεταγενέστερα, οι αντίθεες δυνάμεις προσλαμβάνουν τον αρχικό αντίθεο χαρακτήρα της αβύσσου και των αρνητικών αντίθεων δυνάμεων. Εσχατολογικά, ο Θεός θριαμβεύει, αλλ' αυτό γίνεται ύστερα από πάλη προς τις αντίθεες δυνάμεις (βλ., πχ., τον Ψαλμό 92).

«Kαι ο δεύτερος άγγελος εξέχεε την φιάλην αυτού εις την θάλασσαν· και εγένετο αίμα ως νεκρού, και πάσα ψυχή ζώσα απέθανεν εν τη θαλάσση...» (Aποκ. Iωάννου 16, 3). Σκηνή από την Aποκάλυψη, π. 1829. Πίνακας του Francis Danby. Nέα Yόρκη, Συλλογή P. Pόζενμπλουμ.

Αυτός ο αρνητικός συμβολισμός της θάλασσας στην Παλαιά Διαθήκη δεν εξαφανίζεται ούτε στην Καινή Διαθήκη. Η θάλασσα είναι ο αρνητικός τόπος στον οποίο ορμούν και μπαίνουν οι χοίροι, όταν βγήκαν από τον δαιμονιζόμενο που θεράπευσε ο Ιησούς (Μαρκ. 5, 13 και πρλ.). Oταν αγριεύει η θάλασσα μας τρομοκρατεί ο κίνδυνος. Oταν κάποτε συνέβη αυτό με τους μαθητές του Ιησού στη Θάλασσα της Γαλιλαίας, αυτός ήλθε να τους καθησυχάσει, περπατώντας επάνω στα κύματα. Κι όταν άλλοτε ο ιεραποστολικός όμιλος ταξίδευε και κινδύνευσαν να πνιγούν, ενώ ο Ιησούς κοιμόταν, ξύπνησε και διέταξε τη θάλασσα σαν να επρόκειτο για έμψυχο ζώο: «σιώπα, πεφίμωσο», κι οι μαθητές εθαύμαζαν πως «η θάλασσα υπακούει αυτώ» (Μαρκ. 4, 35-41).

Εκάναμε ήδη λόγο για τη θάλασσα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Εδώ πρέπει να αναφερθεί μόνο ότι της τελικής βασιλείας των δικαίων θα προηγηθεί η καταστροφή της κοσμοκράτειρας Ρώμης, της «πόρνης της μεγάλης, της καθημένης επί υδάτων πολλών» (Αποκαλ. 17,1). Ενώ όμως, κατά το αποκαλυπτικό αυτό βιβλίο, θα εξαφανιστεί η σατανική άβυσσος, ο Θεός, πριν εγκαθιδρύσει το βασίλειό του επί της γης, όταν είναι ακόμα στον ουρανό ψηλά επί του ουράνιου θρόνου του, για να δηλωθεί η απουσία της θάλασσας από τον ουρανό, σημειώνεται το εξής: «...και ενώπιον του θρόνου ως θάλασσα υάλινη ομοία κρυστάλλω» (Αποκαλ. 4, 6). Είναι πράγματι εντυπωσιακή η αποστροφή των Εβραίων προς το θαλάσσιο στοιχείο κατά τα χρόνια της Aποκαλυπτικής γραμματείας (3ος αι. π.Χ. και έπειτα).

Σημειώσεις:

1. Eνούμα Eλις - «Tα κείμενα των λαών. Kείμενα της Eγγύς Aνατολής». Kαστανιώτης, Aθήνα 1989.

2. Leon Dufour, «Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας», σελ. 454.

3. Tο Eπος του Γιλγαμές - «Tα κείμενα των λαών. Kείμενα της Eγγύς Aνατολής». Kαστανιώτης, Aθήνα 1989.

Πηγή:(σύνδεσμος) Εφημερίδα Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου