| |
| ΗΛIAΣ ANAΓNΩΣTAKHΣ |
EΔΩ AΣ ΣTAΘΩ... Κι ας δω κ' εγώ την Φύση λίγο... Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού λαμπρά, μαβιά και κίτρινη όχθη... - όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα...
| |
Και ο ποιητής, που δεν είχε ποτέ μάτια, σύμφωνα με τους σχολιαστές του, για στεριανά ή θαλασσινά τοπία, αν και ζωγραφίζει με χρωστήρα μεγάλου ιμπρεσσιονιστή τεχνίτη τη θάλασσα του πρωιού, θα τη γκρεμίσει ευθύς αμέσως, ομολογώντας ότι δε βλέπει κανείς παρά όσα θέλει ή αφήνεται να δει.
Εδώ ας σταθώ... Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά -
τα είδ' αλήθεια, μια στιγμή, σαν πρωτοστάθηκα! -
κι όχι κ' εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής...
Κι εδώ, ό,τι κι αν βλέπουν αλήθεια μια στιγμή τα μάτια, σκιάζονται από τα πλάσματα του νου. Είναι τα μάτια της ψυχής, οι εγκεφαλικές κατασκευές που κυριαρχούν, επιχρωματίζουν ή καταργούν, αντικαθιστώντας τες, τις αντανακλάσεις του πραγματικού. Πρόκειται για μια φιλοσοφική, ποιητική θέση, ευρύτερης ισχύος και εφαρμογής, πέραν της οντολογίας. Εν προκειμένω και περί των χρωμάτων, τη συναντούμε, σίγουρα σε μια πιο εμπειρική εκδοχή, ως απείκασμα της συνείδησης των λαών μετά την πρώτη πρόσληψη της Φύσης. Eτσι, κατά εποχή και πολιτισμό, τόσο η αντίληψη όσο και τα ονόματα των χρωμάτων ποικίλλουν και συμμορφώνονται σε όσα η συνείδηση υπαγορεύει μετά την εμπειρία. Στην ονοματοθεσία των χρωμάτων έρχεται αρωγός στη συνείδηση το όμοιο, το γνωστό ή οικείο, και έτσι σε όλα τα πράσινα, κόκκινα, πορφυρά, γαλάζια, θαλασσιά, βλέπει το χρώμα ή τις χρωστικές, και όχι μόνον, ιδιότητες του πράσου, της πορφύρας, του βαφικού πρινό-κοκκου, του γάλακτος, της θάλασσας.
Το θαλασσί, η θάλασσα, αν σήμερα σημαίνει το γαλάζιο (γάλα), στα βυζαντινά χρόνια ήταν, σε όλες του τις αποχρώσεις, το πορφυρό που έδιδαν τα θαλάσσια φύκη και όστρακα, οι πορφύρες. Μια, μάλιστα, κατηγορία ενδυμάτων καλούνταν θάλασσαι ή προσδιορίζονται από την τεχνική της βαφής τους ως αλιπόρφυρα, θαλασσοπόρφυρα, θαλασσόχροα, αλουργίδες, θαλασσοειδή θαλασσοβαφή, φοινικοβαφή ιμάτια, και όπου θαλασσοβαφέω σήμαινε βάφω με πορφύρα. Από την αρχαιότητα και ώς τα βυζαντινά χρόνια, οπότε κατέφθανε η σαρακηνική πραγματεία από τη Συρία με θάλασσες, η περιοχή της Φοινίκης, η Συροπαλαιστίνη, φημιζόταν για τα σιδόνια, φοινικοβαφή της, τις θάλασσές της, ιμάτια βαμμένα από την πορφύρα, τεχνική που θεωρείται ότι ανακάλυψαν οι Φοίνικες. Αυτοί οι δαιμόνιοι πανούργοι, σωματέμποροι κατά τον Oμηρο, αλλά και πρώτοι αμπελουργοί, ιστουργοί, θαλασσινοί και ποντοπόροι, με βάση το όνομά τους προίκισαν την ελληνική γλώσσα με μια σειρά από λέξεις που αναφέρονται στο χρώμα που χαρίζει η θάλασσα με την πορφύρα της. Προελληνική καταγωγή έχουν και η λέξη θάλασσα (η αντίστοιχη ελληνική λέξη είναι πόντος), αλλά και η χθόνια καθαρτική λατρεία προς τα ονομαζόμενα «θάλασσα» χερσαία χάσματα, βόθρους και φρέατα, όπου πιστεύεται ότι εμφανίζεται το θαλάσσιο νερό του Ποσειδώνος, ακόμη και στο Ερεχθείον.
Αργότερα συνδυάζονται με τα αντίστοιχα παλαιστινιακά, ιουδαϊκά θαλαα, λεκάνες καθαρμού ή τάφρους, και υιοθετούνται από τη χριστιανική λατρεία στις καλούμενες θάλασσες, κατασκευές φρεατίων, χασμάτων εντός των βυζαντινών εκκλησιών. Γνωστότατη η θάλασσα ή θαλασσίδιον της Αγίας Σοφίας, φρεάτιο που συνεχίζει την πανάρχαια αντίληψη του θαλάσσιου καθαρμού και σπονδών, όπου πας θαλασσωθείς, αγνισάμενος. Eτσι, από τα πανάρχαια χρόνια, οι σπονδές με κρασί στην ίδια τη θάλασσα ή στις λατρευτικές θάλασσες-φρεάτια-βόθρους, αλλά και τα σκάφη και οι αμφορείς που ταξιδεύουν τα κρασιά και τους θεούς των κρασιών (Oσιρη, Διόνυσο) σε ομόχρωμα με το κρασί πελάγη, αποτελούν την προϊστορία του οίνοπος πόντου, και τον φέρνουν, με το λατρευτικό άλας του, το άλας της ζωής και του θανάτου, σε άμεση σχέση με τον οίνο, πράγμα που αποτελεί επίσης τη λατρευτική προϊστορία της συντήρησης του θαλασσίτη ή τεθαλασσωμένου οίνου. Μα αν η Μεσόγειος θάλασσα είναι το κέντρο του κόσμου για τους Eλληνες, που, όπως θα δούμε, προτιμούν να την ορίσουν με κρασάτα χρώματα, για τους λαούς της Ανατολής είναι η Λευκή Θάλασσα. Θα περίμενε κανείς να είναι η φοινικόεσσα θάλασσα, η θάλασσα των Φοινίκων, όπως αργότερα γίνεται θάλασσα των Ρωμιών, καθώς η εικόνα τους, τόσο στους άλλους λαούς όσο και στην σύγχρονη έρευνα, συνοψίζεται στο τρίπτυχο: θάλασσα-κρασί-χρώμα.
Tο κρασοπότηρο του ήλιου
Για τους Αιγύπτιους, αυτήν την Aσπρη Θάλασσα -που τμήμα της, το μεταξύ Kρήτης και Kύπρου, το ονόμαζαν η Mεγάλη Πράσινη- διαβαίνει πρώτα ο Hλιος, ο Οσιρης-Βάκχος, μέσα στο δέπας, το χρυσό ποτήρι για σπονδές, όταν κατά το κοσμικό ταξίδι του διαπλέει τον Ωκεανό που κυκλώνει τη γη, για να προβάλει στην Ανατολή και πάλι. Πέρσες και Αραβες καλούν τη Μεσόγειο και το Αιγαίο Μπαχρ-ι σεφιντ ή Μπαχρ-ι αμπιαντ και, αργότερα, οι Τούρκοι Ακ-ντενίζ, δηλαδή Ασπρη θάλασσα, αλλά και όλοι τους Μπαχρ-αλ Ρουμ, Θάλασσα των Ρωμιών. Κατά μια άποψη, τα χρώματα της θάλασσας είναι δανεισμένα από τον παλαιότατο ορισμό των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα με βάση τα χρώματα, όπου το Ασπρο είναι το Δυτικό, το Μαύρο το Βόρειο, το Ερυθρό το Νότιο, και το Μπλε, το κυανούν, είναι το Ανατολικό σημείο. Για τους αρχαίους λαούς της Ανατολής και μάλιστα για τα αλταϊκά φύλα -ανάλογα με το κεντρικό σημείο προσανατολισμού τους, εν προκειμένω την Περσαρμενία και Κεντρική Μικρά Ασία- η Ερυθρά θάλασσα, με προέκτασή της την Ινδική, είναι κατεξοχήν η Νότια θάλασσα. H Μεσόγειος και το Αιγαίο, η θάλασσα των Ρωμιών, είναι η Δυτική, η Aσπρη θάλασσα, που θα περάσει και στα ελληνικά δημώδη με τους Ασπροθαλασσίτες ναυτικούς κατοίκους της. Ο Εύξεινος Πόντος είναι η Μαύρη θάλασσα ως Βόρεια θάλασσα. Αυτός ο χρωματικός προσδιορισμός των σημείων του ορίζοντα θα περάσει και στις σλαβικές γλώσσες, που ανάλογα με το κεντρικό σημείο προσανατολισμού τους, για παράδειγμα η Λευκορωσία είναι η Δυτική Ρωσία, η Κασπία θάλασσα είναι η Ανατολική, η Μπλε Θάλασσα.
| |
Και για την ελληνική παράδοση; Μάλλον ο Βάκχος-Oσιρης Διόνυσος, είτε με τις σπονδές του στη θάλασσα γέμισε τον πόντο, τη Μεσόγειο, είτε ναυάγησε στο δέπας που ταξίδευε κι όλα του τα κρασιά του χυθήκανε στον πόντο και τον χρωματίσανε. «Τα λιαστά κρασιά (οίνοι πάσσοι), από σταφύλια που απλώνονταν στον ήλιο για να χάσουν το μισό περίπου βάρος τους και ύστερα να πατηθούν, έπαιρναν με το πέρασμα του χρόνου το χρώμα του παλιού χρυσού και οι οίνοι αυτοί καλούνταν ωχροί, ξανθοί, κιρροί, μελιχροί. Οίνοι πάσσοι από μαύρα σταφύλια είχαν αρχικά ερυθρό χρώμα και καλούνταν πυρροί, ρόδινοι, πορφυροί, αλλά με το πέρασμα του χρόνου το χρώμα τους γινόταν ξανθό και είχε τη στιλπνότητα της φωτιάς. Oταν οι οίνοι πάσσοι προέρχονταν από άσπρα και μαύρα σταφύλια που είχαν ζυμωθεί μαζί, τα χρώματα και οι αποχρώσεις τους είχαν ενδιάμεσους τόνους.
Πολλά από αυτά τα χρώματα παίρνει η θάλασσα του Αιγαίου, ανάλογα με την εποχή, την ώρα της ημέρας, τις καιρικές συνθήκες, τα σύννεφα και τους ανέμους. Γι' αυτό ο Oμηρος την ονόμαζε οίνοπα πόντον. Oποιος σταθεί σήμερα, ένα καλοκαιρινό ή φθινοπωρινό δειλινό, στη θέση όπου υψωνόταν το καστέλι της Απανωμεριάς στην Οία της Σαντορίνης, την ώρα που ήλιος ετοιμάζεται να βυθιστεί στα νερά του Αιγαίου, μπορεί να ευτυχήσει να δει τον πόντο βαμμένο με το χρυσαφένιο χρώμα του λευκού Βινσάντο, vin Santo, του οίνου πάσσου του νησιού».
Eτσι λοιπόν, όταν ο ήλιος στο δέπας, στο κρασοπότηρό του, ταξιδεύει, πολλοί ευτυχήσαμε να δούμε τα μοναδικά του δώρα στη θάλασσα, όλα τα κρασάτα χρώματά του σπονδή στα πελάγη: χαλκοπόρφυρη ή κιρρή η θάλασσα της Ντίας έξω από την Κάντια του μαλβαζία· χρυσή ή μελιχρή στη Μονεμβασιά και τις ακρογιαλιές του Μαλέα· ρόδινα τα ακρογιάλια των Σποράδων· αίθωψ ο πόντος από την Λήμνο· και πυρρός, μια πυρκαγιά που καίει τη Δύση, από τη Σιμωνόπετρα· πυρρό χρυσάφι στην Ελαφόνησο και στα Φαλάσαρνα, κρασιά, παιδιά, γυναίκες, θάλασσες να τα πιούμε στο ποτήρι... Κι ας γελαστώ πως βλέπω αυτά - τα είδ' αλήθεια, μια στιγμή, σαν πρωτοστάθηκα, τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου... Κι είδα τον Διόνυσο μέσα στο σκάφος του, όταν φύτρωσε ο κισσός και το φορτωμένο κλήμα με σταφύλια. Να'ταν το σκάφος που μετέφερε τα πλούτη της αμπέλου ή η κούπα-σκάφος που είχε μέσα το κρασί; Να ήταν τα σκάφη που μετέφεραν στους αμφορείς τον Διόνυσο, το κρασί που ταξιδεύει στη Μεσόγειο, στον οίνοπα πόντο; Πάντως, ήταν Γλυκό το ταξίδι κι αργυρό το σκάφος, όμως πρόσεχε, φίλτατε, πίνε με μέτρο. Eχοντας τη λογική για καπετάνιο, από την ύπουλη θύελλα της μέθης θα γλιτώσεις. Πρόκειται για το επίγραμμα «Εις χελάντιον» του Μανουήλ Φιλή (περίπου 1275-1345), το οποίο, ακόμη και ως μίμηση παλαιοτέρων κοινών τόπων, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι από την αρχαιότητα είναι διαρκής η αντίληψη όχι μόνον ως προς τα χρώματα, αλλά και ως προς τους συμβολισμούς, για κρασάτες θάλασσες. Σε θάλασσες κρασιού διαχρονικά ταξιδεύουν βάρκες κρασοπότηρα για τους λεβέντες κρασοπότες: Να' ταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά μεζέδες κι οι βάρκες κρασοπότηρα να πίνουν οι λεβέντες... Είναι όντως εκπληκτική η διάρκεια ενός όχι τόσο προφανούς συμβολισμού. Και για να αναφερθούμε μόνο στα βυζαντινά κείμενα, από το αρχαιοπρεπές δέπας ώς το επίγραμμα του Μακηδονίου, από τα κισσύβια του Αγαθία ώς τις βάρκες του Κρασοπατέρα, ο πόντος της ποίησης διασχίζεται από τα συμποτικά σκεύη-σκάφη του Διονύσου σε όλες τους τις παραλλαγές. Eτσι, το βυζαντινό σκάφος χελάνδιον δανείζει το όνομά του σε βυζαντινό ποτήριον τριηροειδές, πλατύ και πιθανόν αβαθές. Και από το χελάνδιον σκάφος του πόντου περνούμε στο χελάντιον σκεύος του πότου. Η «μεταφορική» χρήση του (πολλαπλώς σημαίνουσα μεταφορά) περνά στη μεταφορά-διαδικασία του πό(ν)του: σκάφος-ποτήρι και μάλιστα αργυρό, ταξίδι-οινοποσία και μάλιστα γλυκοποσία, τρικυμία-μέθη, καπετάνιος-λογική. Καπετάνιος, κυβερνήτης ο νους, η λογική, που καθοδηγεί τον άνθρωπο στον πλου του, στον κάθε άλλο παρά ακύμαντο βίο του. Η λογική λειτουργία του νοός, του μόνου καπετάνιου, βοηθεί όλους τους καταβαπτισθέντες, οινισμένους, βαρυνθέντες να ξεφύγουν από την κραιπάλη του οίνου και του βίου, από τον γνόφον, τη μανία της θάλασσας.
Ως άλλοι Oδυσσείς
Καταβαπτισθέντες, βεβρεγμένοι οι πότες-ναυτικοί στην κρασάτη θάλασσα. Και ο οίνοψ πόντος από τον καιρό του Ομήρου γεμάτος λεβέντες ναυτικούς, που άλλοτε ναυαγούν και άλλοτε κατορθώνουν να ξεφύγουν από την τρικυμία και να βγουν στα λιμάνια. Oμως κι εκεί, ως άλλοι Οδυσσείς κινδυνεύουν από άλλες θαλάσσιες Σειρήνες, από άλλες θάλασσες μαυλίστρες, τις γυναίκες που στην άκρη του γιαλού, στα καπηλειά των λιμανιών, παραμονεύουν να τους πνίξουν, να τους κατακρατήσουν.
Στον βυζαντινό μισογυνισμό, εφάμιλλο στη μίμηση του αρχαίου, η ερωτομανής γυναίκα είναι η κατεξοχήν καταπίουσα θάλασσα, σε όλα τα χρώματά της. Για παράδειγμα, και πάλι άλλο ποίημα του Φιλή, Κατά φιλοπόρνου γραός. Η γριά πόρνη, μέθυση και παραλυμένη, βάφεται με το πορνικόν φύκος, χρωστική ουσία θαλάσσιας προέλευσης, και μάλλον, ως κάθε φιλάρεσκη γυνή, θα ντύνεται με αραχνοΰφαντες «θάλασσες», αληθανάερες ή αληθινές, βαμμένες δηλαδή από αληθινή θαλασσινή πορφύρα. Επιπλέον, τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της, εκτός από τα οργιαστικά, διονυσιακά, σοβάς, πρόβακχος, μαινάς, είναι επίσης αυτά της θάλασσας: παραμονεύει και παρασύρει στην ηδονική μέθη της, στα αβυσσαλέα βάθη της, τους άνδρες. Πρόκειται για στόμα ωκεάνειον, Ατλαντικόν πέλαγος, Αιγαίον βάθος, είναι Πόντος, Προποντίς, όπου μέσα της εναυάγησαν αύτανδρα σκάφη. Ως Σειρήνα ή Γοργόνα στον κυμαινόμενο εγωισμό της, στη θαλάσσια αμφιθυμία της, είτε ρωτά είτε δε ρωτά αν ζει ή δε ζει ο Αλέξανδρος, η ηδονή της, μαζί με την απορία του ναυτιλλόμενου, κυριαρχούν, και προβάλλει ως σκεύος ηδονής, μια ηδονική μεθυστική κούπα κρασιού από όπου πίνουν και μεθούν οι απορούντες άνδρες. Το γυναικείο αιδοίο είναι μια κούπα κρασιού, αλλά και η κούπα, όπως είδαμε, είναι ταυτόχρονα το οινηρό ή όποιο άλλο σκάφος που ταξιδεύει, κι έτσι οι δύο μεταφορές συγχέονται αξεδιάλυτα στο πρόσωπο της κάθε φιληδόνου γυναικός: «Τινές τω αφροδισίων πυρί εκκαιόμενοι, ως κύλικι χρώνται τω γυναικείω αιδοίω και διά αυτού κατάπτυστον πόμα πίουσιν». Τα ινδάλματα της ηδονής...
«Και είδον θάλασσαν υαλίνην μεμιγμένη πυρί και τους νικώντας εστώτας επί την θάλασσαν την υαλίνην, έχοντας τας κιθάρας του Θεού και άδουσιν την ωδήν...» το πουκάμισο το θαλασσί, μια φορούσα εγώ και μια εσύ. Τη θάλασσα γυαλί δεν τη φοβάμαι, ούτε τα μάτια τα θαλασσινά· τους νικώντας, τα γυάλινα, άδεια μάτια με τρομάζουν. Κι άσε τους να λένε, να μας περνούν από σαράντα κύματα... Σαράντα και ένα, και μεις, να 'μας! Ερωτευμένοι, διψασμένοι στην ακτή κύλικι χρώμενοι. Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα... Και να 'ναι λάδι, γάλα (γαλάζια ή γαλανή) η θάλασσα, ή μια θάλασσα κρασί. Και η αγάπη μας μια θάλασσα πλατιά που ποτέ δεν ησυχάζει, όταν θα δούμε, με όλη τη συγκατάβαση του Αϊ-Νικόλα, στην Ιασσό της Καρίας ή στο Ταίναρο, το παράφορα ερωτευμένο δελφίνι με το ολόγυμνο αγόρι αγκαλιασμένα να κολυμβούν. Και έτσι μαζί ενωμένα να ταξιδεύουν στον οίνοπα πόντο, συντροφιά με το δέπας του γλεύκος στάζοντος Oσιρη-Διόνυσου-Χριστού, του ήλιου, ώς τον θάνατο.
Με τόση ομορφιά, ηδονή και πόθο, πώς να δεχτείς λοιπόν την τιμωρία του Εβραίου θεού ότι... «η θάλασσα ουκ έστιν έτι»; (Αποκαλ. 21, 1). Μα εγώ την είδ' αλήθεια, μια στιγμή, σαν πρωτοστάθηκα! Κι ήτανε τέσσερις φορές βυζαντινώς αληθινή και βέρα, ολόβηρη, αληθινάερη, πορφυραέρια, λεπτή κι ανάερη, αραχνοΰφαντη, πορφυροβαφής εξ αληθούς πορφύρας, μαβιά αποκλίνουσα προς το ιόχρουν και κυανούν του οίνοπος πόντου. Σιδόνιες, Φοίνισσες, Αιγύπτιες του Νείλου και σεις υφάντριες των πολιτισμών της ερήμου και της στέπας, χαρίστε μου τα πλούσια υφάδια σας, τα χρώματά σας, κι απλώστε τα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, πάνω στα πέλαγα, για να διαβεί η Κυρά της Θάλασσας κι εγώ μαζί της. Να ονειρευτώ τη θάλασσα, που ποιος αλήθεια θα μπορέσει να την εξαντλήσει; Στα χρώματά της άραγε να γελάστηκα, πως είδα αλήθεια μια στιγμή ή για πάντα -τα είδ' αλήθεια, μια στιγμή, σαν πρωτοστάθηκα!- τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής;
Σημείωση:
Στα αναφερόμενα βυζαντινά ποιήματα και επιγράμματα αναπαράγομε μέρος των σχολίων από το: Η. Αναγνωστάκης, «Οίνος ο Βυζαντινός. Η άμπελος και ο οίνος στη βυζαντινή ποίηση και υμνογραφία», στο «Οίνος στην Ποίηση», Iδρυμα Φανή Μπουτάρη, Αθήνα 1995, τόμ. Β1, σ. 55, 64, τόμ. Β2, σσ. 123, 132. Το απόσπασμα για τον οίνοπα πόντο, από το: Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα, «Ο σαντορίνης της Σαντορίνης», Iδρυμα Φανή Μπουτάρη, Αθήνα 1994, 147. Βλ. επίσης: Δ. Πάλλας, «Η «θάλασσα» των εκκλησιών», Αθήνα 1952· Omeljan Pritsak, «Orientierung und Farbsymbolik. Zu den Farbenzeichnungen in altaischen Volkernamen», Saeculum 5 (1954), σσ. 375-383· και Ε. L. Keenan, Slavic Review 26 no 4(1967), σσ. 548-558.
Πηγή:(σύνδεσμος) Εφημερίδα Καθημερινή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου